δικαίωμα


δικαίωμα
δικαίωμα
act of right
neut nom/voc/acc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δικαίωμα — Ο όρος δ. έχει γενική έννοια και εκφράζει κάθε εξουσία ή προνόμιο, καθώς επίσης και κάθε ευχέρεια που αναγνωρίζουν οι νόμοι (θετικό δίκαιο) ή τα έθιμα σε ένα πρόσωπο. Παράλληλα, αναφέρεται και στη δυνατότητα που έχουν τα άτομα να διεκδικήσουν… …   Dictionary of Greek

  • δικαίωμα — το 1. η αξίωση που είναι σύμφωνη με το νόμο, η δίκαιη απαίτηση: Η στέγη είναι δικαίωμα όλων των πολιτών. 2. παραχώρηση άδειας: Ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να μου μιλάς μ’ αυτό τον τρόπο; …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δικαίωμα — [дикэома] ουσ. о. право, правомочие …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ασυλία — Δικαίωμα εξαίρεσης από το κοινό δίκαιο, την οποία απολαμβάνει ένα άτομο εξαιτίας της ειδικής αποστολής του. Η έννοια της α. εφαρμόζεται προπάντων στο διεθνές δίκαιο (διπλωματική α.) και στο συνταγματικό δίκαιο (κοινοβουλευτική α.). Η διπλωματική… …   Dictionary of Greek

  • δικαιωμάτων — δικαίωμα act of right neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δικαιώμασι — δικαίωμα act of right neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δικαιώμασιν — δικαίωμα act of right neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δικαιώματα — δικαίωμα act of right neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δικαιώματι — δικαίωμα act of right neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δικαιώματος — δικαίωμα act of right neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)